Χριστίνα Τσέβη, και αν δεν έχω ακούσει να μιλάνε για εκείνη στο γραφείο, από την αρχή ήμουν προϊδεασμένη λοιπόν ότι πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα με ασυγκράτητη ενέργεια και όρεξη για ζωή και δημιουργία, που δεν περνάει απαρατήρητη. Όταν έμαθα λοιπόν ότι βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες, το πρώτο πράγμα που έκανα είναι να αρπάξω ένα χαρτί και ένα μολύβι και να γράψω τις ερωτήσεις για την επόμενη μου συνέντευξη. Παρατηρώντας τις δημιουργίες της και διαβάζοντας κάποια πράγματα για εκείνη, κατάλαβα ότι έχουμε και κάποια κοινά, όπως  το ότι είναι ρεαλίστρια και το ότι αγαπάει τη λογοτεχνία, αλλά επίσης και μία σημαντική διαφορά. Της αρέσει να μιλάει πολύ και να εξηγεί την άποψη της με κάθε λεπτομέρεια, ενώ προσωπικά μου αρέσει να ακούω, μιλώντας πολύ λιγότερο, αλλά ρωτώντας πολλά!  Τι πιο ιδανικό από αυτό για μία συνέντευξη!;

Το ότι οι εικονογραφήσεις της Χριστίνας Τσέβη, διακρίνονται από έναν αντιφατικό συνδυασμό μελαγχολίας και ζωντάνιας, αρνητικότητας αλλά και θετικότητας μπορεί κανείς να το διαπιστώσει εύκολα, μελετώντας τες. Εκείνη μου είπε ότι ο συνδυασμός αυτός της βγαίνει αβίαστα, χωρίς να το αποφασίσει ποτέ συνειδητά, καθώς είναι ο τρόπος που αντικρίζει εκείνη τον κόσμο και την ίδια την ζωή.  «Όλη μου η δράση ως εικονογράφος προκύπτει μέσα από όσα αισθάνομαι και βιώνω. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν εμπνέομαι από θετικά συναισθήματα για δημιουργία ιδιαίτερα, προσπαθώ όμως να μη γίνομαι τρομερά απαισιόδοξη επειδή δεν είμαι κιόλας. Είμαι περισσότερο ρεαλίστρια, και ξέρω ότι τα  πράγματα μπορεί να είναι πολύ άσχημα, αλλά πάντα υπάρχει και κάτι θετικό να δεις. Ακόμη και το ότι νιώθεις και βιώνεις έντονα μια κατάσταση, είναι από μόνο του κάτι το θετικό για μένα».

Τα πάντα μπορεί να ναι έμπνευση για έναν εικονογράφο, και φυσικά η έμπνευση δε σε ρωτάει πριν εμφανιστεί ούτε έρχεται σε συγκεκριμένες ώρες, οπότε θέλησα να μάθω αν έχει μαζί της πάντα ένα Sketchbook για να σχεδιάζει κάθε στιγμή που βλέπει ή νιώθει κάτι αξιοσημείωτο. Η Χριστίνα μου απάντησε ότι αυτή ήταν μία συνήθεια που την ακολουθούσε μέχρι και ως φοιτήτρια, ενώ πλέον αρκείται στο να κρατάει σημειώσεις ή να βγάζει φωτογραφίες, ίσα- ίσα για να θυμάται τι ήταν εκείνο που πυροδότησε την φαντασία της και την δημιουργικότητα της, ώστε να το αναπτύξει αργότερα σε μία πιο ολοκληρωμένη εικονογράφηση  «Η αρχική ιδέα είναι η πρώτη σπίθα, περιγράφει κυρίως  τι θέλω να πω και δευτερευόντως τον τρόπο με τον οποίο θα το αποτυπώσω. Λεπτομέρειες του πως και τι θα συμπληρώσει την ιδέα καλύτερα, προκύπτουν μετά από σκέψη ή και μετά από δουλειά». Γενικά όπως μου επισήμανε η Χριστίνα Τσέβη δεν πιστεύει στην έμπνευση, αλλά στη συνέπεια και στην ανάγκη για δημιουργία «Νομίζω πως αν έχεις αυτά τα δύο, μπορείς να είσαι σε μόνιμη κατάσταση έμπνευσης ή όπως έλεγε ο Πικάσο, Inspiration exists, but it has to find you working!».

Βασιζόμενη στη σοφία ενός από τους αγαπημένους μου συγγραφείς του Oscar Wilde, την ρώτησα αν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το απόφθεγμα του στο βιβλίο «το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία, μόνο καλογραμμένα ή κακογραμμένακαι στην τέχνη, ότι δηλαδή δεν υπάρχει ανήθικη τέχνη αλλά κακοφτιαγμένη ή ακόμη και κακόγουστη.

«Η τέχνη, όπως και τα βιβλία μιας και τα ανέφερες, είναι τόσο υποκειμενική ως προς την ερμηνεία τους, που δεν έχει καμία σημασία με ποιο τρόπο έχει δημιουργηθεί ή αν είναι ανήθικος ο καλλιτέχνης. Το ίδιο το έργο είναι αυθύπαρκτο, έχει τη δική του προσωπικότητα, πορεία και ζωή ενδεχομένως, δεν συνδέεται καν με τον δημιουργό, δε θα έπρεπε κιόλας», μου απάντησε με αυστηρότητα εκείνη και συνέχισε τονίζοντας πως αν κάτι είναι κακόγουστο ή ανήθικο εξαρτάται από τον ίδιο τον θεατή και πως κάθε πιθανή ερμηνεία θα βρει υποστηρικτές και επικριτές. «Μπορεί κάποιος να διαφωνεί και δε μπορούμε να του πούμε όχι. Μέσα από τα δικά του μάτια έτσι ερμηνεύεται, σύμφωνα με αυτά που βιώνει εκείνος».

Και στην ίδια εξάλλου έχει συμβεί να ερμηνεύσουν τις δημιουργίες της πολύ διαφορετικά από την δική της σκέψη, αλλά είναι κάτι που δεν την αφορά ιδιαίτερα, καθώς εκείνη θέλει να περάσει το μήνυμα της και να δημιουργήσει ένα συναίσθημα στον θεατή, ακόμη και αν αυτό διαφέρει στον καθένα. Αυτός είναι και ο λόγος που, όπως μου είπε, δεν την ενδιαφέρει να δημιουργήσει κάτι που απλώς είναι όμορφο, «αν δεν έχεις κάτι να πεις δε βρίσκω καν νόημα να το κάνεις. Εμένα με ενδιαφέρει να πω μια ιστορία, αυτό είναι ο βασικός μου στόχος. Να προκαλέσω ένα συναίσθημα στον άλλο όποιο και αν είναι αυτό, κάτι θετικό, αρνητικό οτιδήποτε». Όπως ισχυρίζεται και η ίδια, ο καθένας μπορεί να γίνει εικονογράφος αρκεί να έχει ιδέες, «Δε χρειάζεσαι να χεις ταλέντο, ούτε καν να ζωγραφίζεις ωραία, αν έχεις κάτι να πεις θα βρεις τον τρόπο να το πεις […] Υπάρχουν και καλλιτέχνες που το σχέδιο τους μπορεί να ναι μέχρι και “κακό, και να το χουν κάνει να λειτουργήσει υπέρ τους. Ο Πικάσο για παράδειγμα ζωγράφιζε εξαιρετικά πριν καταλήξει στο στυλ που τον έκανε γνωστό, αν δεν είχε κάνει τη μετάβαση σε αυτό και ήταν ένας απλός καλός ζωγράφος, ενδεχομένως να μην είχε αναγνωρισιμότητα».

Αυτό μου έδωσε πάτημα να της ζητήσω να μου εξηγήσει πως αντιμετωπίζει εκείνη την στερεοτυπική φράση «Αυτός είναι καλλιτέχνης, νιώθει και πονά πολύ περισσότερο..». Για ακόμη μία φορά επέμενε ότι ακόμη και αυτό είναι υποκειμενικό «Σίγουρα κάποια επαγγέλματα περιγράφονται καλύτερα από κάποια χαρακτηριστικά τους, αλλά δεν ισχύει ποτέ σε απόλυτο βαθμό». Η Χριστίνα Τσέβη παραδέχτηκε όμως ότι η ίδια διακρίνεται από μεγάλη ευαισθησία και εμπάθεια, και ότι είναι σε θέση αρκετές φορές να νιώσει μία κατάσταση που δεν βιώνει η ίδια αυτοπροσώπως.

«Αν σου ζητούσα να εικονογραφήσεις την γενιά σου στην Ελλάδα του σήμερα, σε ποια στοιχεία θα έδινες έμφαση;»

«Στη μελαγχολία, έχω την αίσθηση ότι η δική μου γενιά συγκεκριμένα σε κάποια πράγματα άργησε πολύ να μεγαλώσει και λόγω γενικότερων συγκυριών αλλά και επειδή η κρίση μας έπιασε σε μια ηλικία -όχι πολύ μικρή αλλά ούτε και πολύ μεγάλη-, νομίζω δεν υπάρχει σχεδόν κανείς που να μην έχει γνωστό που να χει φύγει από τη χώρα. Οι μικρότεροι από μας, είχαν μια ευκαιρία να προσαρμοστούν σε αυτήν την νέα κατάσταση αλλά εμάς μας ήρθε πιο ξαφνικό. Νιώθαμε ότι μπορούμε να καταφέρουμε ό,τι θέλουμε και ξαφνικά μας κόπηκαν τα πόδια». Εξηγώντας την σκέψη της, έφερε ως παράδειγμα ότι πριν την κρίση σχεδόν κανείς δεν δούλευε όσο σπούδαζε, ενώ σήμερα πολλοί αναγκάζονται να γίνουν παραγωγικοί και αυτό θα μπορούσαμε να το εκλάβουμε ως ένα από τα θετικά της κρίσης «απλώς έγινε με έναν βίαιο τρόπο για τους περισσότερους και αυτό ήταν σίγουρα άγαρμπο». Για εκείνη προσωπικά το όλο θέμα της κρίσης την έκανε να εκτιμήσει κάποια πράγματα, να αγαπήσει και την ίδια τη χώρα και ένιωσε ότι πρέπει να μείνει εδώ. Η Χριστίνα Τσέβη, θεωρεί πως όλα όσα συμβαίνουν βλάπτουν την εικόνα της χώρας τόσο έξω αλλά όσο και μέσα και είναι σημαντικό να βλέπουμε και εμείς οι ίδιοι τα θετικά της Ελλάδας και να θυμόμαστε γιατί την αγαπάμε.

Για το αν θα συνεχίσει να είναι εικονογράφος τα επόμενα χρόνια, όπως είπε, αν και δεν κάνει μελλοντικά σχέδια ποτέ, θα το ήθελε καθώς είναι πολύ ικανοποιημένη και καλυμμένη σε συναισθηματικό επίπεδο από το επάγγελμά της, όπως δήλωσε στο τέλος της συνέντευξης «Νιώθω τυχερή που το έχω αυτό στη ζωή μου».

Christina Tsevi: Flickr| Facebook| Behance